Friday, February 10, 2012

To an English Friend in Africa


Be grateful for freedom
To see other dreams.
Bless your loneliness as much as you drank
Of your former companionships.
All that you are experiencing now
Will become moods of future joys
So bless it all.
Do not think your ways superior
To another's
Do not venture to judge
But see things with fresh and open eyes
Do not condemn
But praise what you can
And when you can't be silent.

Time is now a gift for you
A gift of freedom
To think and remember and understand
The ever perplexing past
And to re-create yourself anew
In order to transform time.

Live while you are alive.
Learn the ways of silence and wisdom
Learn to act, learn a new speech
Learn to be what you are in the seed of your spirit
Learn to free yourself from all things that have moulded you
And which limit your secret and undiscovered road.

Remember that all things which happen
To you are raw materials
Endlessly fertile

Endlessly yielding of thoughts that could change
Your life and go on doing for ever.

Never forget to pray and be thankful
For all the things good or bad on the rich road;
For everything is changeable
So long as you live while you are alive.

Fear not, but be full of light and love;
Fear not but be alert and receptive;
Fear not but act decisively when you should;
Fear not, but know when to stop;
Fear not for you are loved by me;
Fear not, for death is not the real terror,
But life -magically - is.

Be joyful in your silence
Be strong in your patience
Do not try to wrestle with the universe
But be sometimes like water or air
Sometimes like fire

Live slowly, think slowly, for time is a mystery.
Never forget that love
Requires that you be
The greatest person you are capable of being,
Self-generating and strong and gentle-
Your own hero and star.

Love demands the best in us
To always and in time overcome the worst
And lowest in our souls.
Love the world wisely.

It is love alone that is the greatest weapon
And the deepest and hardest secret.

So fear not, my friend.
The darkness is gentler than you think.
Be grateful for the manifold
Dreams of creation
And the many ways of unnumbered peoples.

Be grateful for life as you live it.
And may a wonderful light
Always guide you on the unfolding road.

March 1991
Ben Okri

Thursday, December 1, 2011

Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου. Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.
Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα.
Καλυμένη ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο
διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.
Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα.
Ἀρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα.
Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ,
τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.
Πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο.
Μιὰ γυάλινη σφαῖρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.
Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου.
Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις. Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη.
Ἕνας πέτρινος ταῦρος πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα.

Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.
Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.
Ψηλὰ στὸν ἀέρα ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα.
Φυλάξου. Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου.
Τὸ τρίχωμα τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.
Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα.
Κάτω ἀπὸ τὴ κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα,
πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα, σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση.
Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.
Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.

Tuesday, October 25, 2011





Δεκαετία του ογδόντα - ενενήντα.

Το Έμπασυ στο Κολονάκι παίζει Σταμάτη Γαρδέλη και Στάθη Ψάλτη.

Ο Νίκος ο Αναστώ κάθεται στο Ντα Κάπο και πίνει το δέκατο τρίτο καπουτσίνο, oταν ένα Datsun γεμάτο καρέκλες σταματά στη μέση της πλατείας.

Από μέσα βγαίνει ένας τύπος Σάντα Μπάρμπαρα ( το πολύ Μπράχάμι ), πενηντάρης με χρυσό ρόλεξ, χρυσό δαχτυλίδι με μαύρη πέτρα, φα- καντόρο στο λαιμό και δυο ολόχρυσα δόντια που λάμπουν στο μεσημεριανό ήλιο.

Ο Κώστας ο τροχονόμος διορισμένος το 81 από τον Δροσογιάννη τον υπουργό αρχίζει να φωνάζει:


-«Που παρκάρεις εδώ ρε φίλε , απαγορεύεται δε βλέπεις; » και την ώρα που είναι έτοιμος να του ρίξει την κλήση , του πασάρει στη ζούλα μια πεντοχιλιαρικούμπα ο τζίψι:

- «Για το καφεδάκι. Και πούσε, γαλονάτο μπαλαμό, να μου προσέχεις την κούρσα και το εμπόρευμα νταξ; ».


Και τότε όλο το Κολονάκι μένει με ανοιχτό το στόμα.

Απ' τη δεξιά πόρτα του Datsun ξεπροβάλλει μια ξανθιά αλφαδιασμένη δίμετρη, με ψηλές μαύρες γόβες , ξώπλατο, ξώβυζο, σχιστό ζαρτιεράτο και δικτυωτό από μέσα, Ααααβάδιστα αββασάνιστα φιδίσιο κορμί. Μπροστά της η Πίππα Μίντλετον δεν πιάνει μία.

Ο Νίκος ο Αναστόπουλος αφήνει τον δέκατο όγδοο καπουτσίνο κι αναρωτιέται:


- «Πού το χτύπησε τέτοιο "παιδί" ο τζίψι; Να σκίσω τα Βερσάτσε μου».

Να μη μακρηγορώ , μπαίνουν χεράκι - χεράκι σε ένα από τα γνωστά κοσμηματοπωλεία του Κολωνακίου.

-«Τι θα επιθυμούσε ο. κύριος;», ρωτάει με λίγο Κολωνακιώτικο φλέγμα ο κοσμηματοπώλης .


- «Άκου μπαλαμό μάστορη , τέλω να κάνει ένα ντώρο στο κοπέλα. Ενα περιντέραιο μαλαματένιο να χει ντιαμαντάκι σπέσιαλ».

-«Ο,τι επιθυμητέ αγαπητέ κύριε » αλλάζει ύφος ο μάστορης μπαλαμός κι ανοίγει μια κασετίνα:

- «Αυτό πως σας φαίνεται; Η τιμή του βέβαια είναι γύρω στο 1.500.000 δραχμές...

- «Μα τι λέει, κύριος;», τα παίρνει ο Γύφτος. «Είπα τέλω το καλύτερο που έχεις. Πιάσε κάτι άλλο».
Με τα πολλά βρίσκουν το επιθυμητό κόσμημα .

- «Αυτό είναι το πιο ακριβό κόσμημα για το λαιμό που έχουμε, αγαπητέ μου. Είναι χειροποίητο από ατόφιο χρυσάφι, με λεπτά ακατέργαστα διαμάντια και τιμάται στα
30.000.000 δραχμές ».
«Σσσσσσσσωραίος », αναφωνεί όλος ικανοποίηση ο Αθίγγανος. «Φόρα το μωρό μου και πες μου αν σου αρέσει; »

Τρελαίνεται η μικρή τσαπερδονοκωλοσφυρίχτρα καλλονή και συναινεί.

Τότε βγάζει ο Γύφτος μια επιταγή 30 εκατομμυρίων δραχμών κι άλλη μια 5 εκατομμυρίων δραχμών. Και την αφήνει μπροστά στον τρελαμένο κοσμηματοπώλη.

- «Η δεύτερη επιταγή γιατί; », ρωτάει .

- «Ενα μπουρμπουάρ να πιεις ένα καφεδάκι στην υγειά μου», απαντάει με στιλ ο δικός μας.

-«Κοιτάξτε κύριέ μου, δεν θέλω βέβαια να σας προσβάλω, αλλά είμαι υποχρεωμένος. να κάνω επιβεβαίωση στην τράπεζα ότι οι επιταγές έχουν αντίκρισμα. Είναι μια τυπική διαδικασία. Καταλαβαίνετε. Και μιας και σήμερα είναι Σάββατο δεν μπορεί να γίνει αυτό. Αν θέλετε, αφήστε μου τις επιταγές, πάρτε την απόδειξη και να έρθει η κυρία να πάρει το κόσμημα τη Δευτέρα το πρωί. Δώστε μου το τηλέφωνό σας να σας ειδοποιήσω ο ίδιος προσωπικά».
-«Κανένα πρόβλημα!» Λέει ο Τζίψι.
-«Κούκλα θα έρθεις νωρίς τη Δευτέρα να γίνεις πριγκιπέσσα. Δω το μπαλαμό είναι φίνος».
Πάει ο κοσμηματοπώλης τη Δευτέρα το πρωί στην τράπεζα. Νομίζω στην τράπεζα Κρήτης του Κωσκοτά ...

Κι όχι μόνο είναι ακάλυπτη η επιταγή, αλλά δεν υπάρχει δεκάρα τσακιστή.
Παίρνει το Γύφτο τηλέφωνο:

- «Συγγνώμη, κύριε δεν μπορώ να δώσω το κόσμημα γιατί οι επιταγές είναι ακάλυπτες ».

-«Έλα μωρέ , δεν πειράζει κράτα το κολιέ. ! Και με το συμπάθιο για το ταλαιπωρία και χίλια φχαριστώ. Χάρη σε σένα εγκώ γκάμησα Σάββατο βράδυ.».

Αγαπητέ αναγνώστη. Βάλε τώρα όπου Γύφτος τους Έλληνες πολιτικούς, όπου κοσμηματοπώλη την Ε.Ε. κι όπου γκόμενα τον Ελληνικό λαό και θα καταλάβεις την ουσία. Στο ρόλο του Νίκου Αναστόπουλου ο Νίκος Αναστόπουλος.